Get Even More Visitors To Your Blog, Upgrade To A Business Listing >>

Διονύσιος Σολωμός: Ο ποιητής που ύμνησε την ελευθερία

Ο Διονύσιος Σολωμός ήταν Έλληνας ποιητής, περισσότερο γνωστός για τη συγγραφή του ποιήματος «Ύμνος εις την Ελευθερίαν», οι πρώτες δύο στροφές του οποίου έγιναν ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας και ύστερα της Κύπρου.

Κεντρικό πρόσωπο της Επτανησιακής σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός θεωρήθηκε και θεωρείται ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων, όχι μόνο γιατί έγραψε τον Εθνικό Ύμνο, αλλά και γιατί αξιοποίησε την προγενέστερη ποιητική παράδοση (κρητική λογοτεχνία, Δημοτικό τραγούδι) και ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε συστηματικά τη δημοτική γλώσσα και άνοιξε το δρόμο για τη χρησιμοποίησή της στη λογοτεχνία, αλλάζοντας ακόμη περισσότερο τη στάθμη της.

Σύμφωνα με τις απόψεις του δημιουργούσε «από το ρομαντισμό μαζί με το κλασικισμό ένα είδος μικτό, αλλά νόμιμο».

Εκτός από τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν, τα σπουδαιότερα έργα του είναι: Ο Κρητικός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας, Η Γυναίκα της Ζάκυθος, Λάμπρος. Το βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής παραγωγής του είναι η αποσπασματική μορφή: κανένα από τα ποιήματα που έγραψε μετά τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν δεν είναι ολοκληρωμένο και με ελάχιστες εξαιρέσεις, τίποτα δεν δημοσιεύτηκε από τον ίδιο. Ο Κώστας Βάρναλης περιέγραψε εύστοχα την αποσπασματικότητα του σολωμικού έργου με τη φράση «...(Ο Σολωμός) πάντα τα έγραφε, αλλά ποτές του δεν τα έγραψε».

Γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1798 και πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου του 1857.

ΑΠΟ ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός, εθνικός ποιητής της Ελλάδας, αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση στην ιστορία των γραμμάτων μας. Γεννημένος στα τέλη του 18ου αιώνα στα Επτάνησα, ζει όλη του τη ζωή εκτός των συνόρων του ελληνικού κράτους, ως Γάλλος, Επτανήσιος και Άγγλος πολίτης, έχοντας ως γλώσσα της παιδείας του, της σκέψης του, της προφορικής και γραπτής επικοινωνίας του την ιταλική. Σε αυτήν μάλιστα θα ξεκινήσει την ποιητική του διαδρομή. Ωστόσο, για την υψηλή ποιητική του έκφραση θα επιλέξει την ελληνική, την οποία, μολονότι θα χρειαστεί να τη σπουδάσει σαν να ήταν δεύτερη γλώσσα, θα κατορθώσει να την καλλιεργήσει σε τέτοιο βαθμό και να δημιουργήσει ποίηση τόσο σημαντική που το έργο του θα αποτελέσει την αρχή και τη βάση της νεότερης λογοτεχνίας μας. Επιχειρώντας να κατανοήσει το παράδοξο αυτό, ο Σεφέρης υποδεικνύει ως μια βασική έννοια-κλειδί την απόσταση.

«Ο γενάρχης της λογοτεχνίας αυτής δεν ήξερε ελληνικά, αλλά τα έμαθε και τα μάθαινε ως το τέλος της ζωής του. […] Αλλά την πορεία της ελληνικής γλώσσας την εχάραξε μια για πάντα η διάνοια του Σολωμού. Και ίσως επειδή ερχότανε κάθε τόσο από μακριά, να κοίταξε τα πράγματα με το φρέσκο και το σίγουρο μάτι που τα κοίταξε.» (Σεφέρης [1937] 1984: 71, 74)

Πράγματι, η απόσταση από την οποία ο Σολωμός συμμετείχε στα πράγματα φαίνεται πως εντέλει λειτούργησε ως μια θετική προϋπόθεση του ιδιαίτερου επιτεύγματός του. Πρόκειται για απόσταση γλωσσική και συγχρόνως πολιτισμική, αισθητική, ιδεολογική αλλά πριν από όλα γεωπολιτική.

ΣΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ

Τα Επτάνησα από όπου προέρχεται ο Σολωμός βρίσκονται, όπως είναι γνωστό, στην ανατολική άκρη της Ελλάδας, ανάμεσα σε αυτή και την Ιταλία, και έχουν σημαντικά διαφορετική ιστορική διαδρομή από τον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. Αποκομμένα από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία ήδη κατά τον 12ο αιώνα, δεν θα γνωρίσουν σχεδόν ποτέ την οθωμανική κατάκτηση αλλά θα υποταχθούν σε διάφορες δυτικές κυριαρχίες. Διαρκέστερες θα αποδειχθούν αυτές της Βενετίας (14ος-1797) και της Αγγλίας (1815-1864), η οποία θα λήξει με τη Ένωση των νησιών με την Ελλάδα. Στο ενδιάμεσο, οι Επτανήσιοι θα γνωρίσουν σημαντικές στιγμές πολιτικής ανάτασης: το 1797 ο στρατός του Ναπολέοντα θα καταλύσει την βενετική κυριαρχία και θα κηρύξει τη δημοκρατία ενώ το 1800 θα ιδρυθεί η Επτάνησος Πολιτεία (-1807), το πρώτο ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος, με δικό του Σύνταγμα, διοίκηση, εκπαίδευση και εφημερίδες.

Εξαιτίας της γεωπολιτικής ιδιαιτερότητας των Επτανήσων, διαμορφώνονται εκεί κοινωνικές και πολιτισμικές δομές πολύ διαφορετικές από αυτές του ελλαδικού κέντρου, ενώ καθοριστικός στη διαμόρφωση της επτανησιακής διαφορετικότητας αποδεικνύεται ο ρόλος των Βενετών, των μακροβιότερων κυρίαρχων. Μια σειρά από θεσμοί που εκείνοι είχαν εδραιώσει, όπως το ενετικό δίκαιο, τα προνόμια διαφόρων ομάδων και οι κοινωνικές τάξεις, θα επιβιώσουν και μετά το τέλος της κυριαρχίας τους, επί Αγγλοκρατίας. Θα επιβιώσει επίσης και η ιταλική γλώσσα, η οποία θα αναγνωριστεί από τους Άγγλους ως η επίσημη γλώσσα της διοίκησης, των δικαστηρίων και της παιδείας στα Επτάνησα και θα χρησιμοποιηθεί σταθερά στις εφημερίδες μαζί με την αγγλική και την ελληνική. Άλλωστε, τουλάχιστον ως την Ένωση με την Ελλάδα, τα νησιά, εκτός από την επαφή τους με την Αγγλία και με την υπόλοιπη Ευρώπη, θα διατηρήσουν μια προνομιακή σχέση με την παλιά μητρόπολη και γενικότερα με την Ιταλία.

Ο Διονύσιος Σολωμός θα γεννηθεί λοιπόν στο πολύγλωσσο και πολυπολιτισμικό περιβάλλον των Επτανήσων και συγκεκριμένα στη Ζάκυνθο το 1798, ένα έτος μετά την κρίσιμη μετάβαση από την μακραίωνη βενετοκρατία στη δημοκρατία. Ο πατέρας του, κόντε Νικόλαος Σολωμός, ήταν πλούσιος ευγενής κρητικής καταγωγής και μιλούσε ιταλικά, όπως πολλοί επτανήσιοι της εποχής του και της τάξης του. Η μητέρα του, η Αγγελική Νίκλη, ήταν υπηρέτρια στο σπίτι του κόντε, κοπέλα λαϊκή και πολύ νεότερή του. Ο Σολωμός θα γεννηθεί εκτός γάμου, όπως και ο ομομήτριος αδελφός του Δημήτριος (1802), αλλά ο πατέρας τους θα φροντίσει για τη μόρφωσή τους, θα τους συμπεριλάβει στη διαθήκη του και λίγο πριν πεθάνει θα παντρευτεί τη μητέρα τους.

Έχοντας στην κατοχή του μέρος της περιουσίας του πατέρα του καθώς και τον τίτλο της ευγένειας, ο Σολωμός δεν θα χρειαστεί να εργαστεί. Ωστόσο, δεν θα αποκτήσει την ηρεμία που συνεπάγονταν τα προνόμια αυτά παρά μόνον στην ηλικία των σαράντα τριών χρονών, δηλαδή δεκάξι χρόνια πριν από τον θάνατό του. Αιτία, η νομική ασάφεια σχετικά με το κληρονομικό δίκαιο, την οποία σκόπιμα συντηρούσε η αγγλική προστασία, προκειμένου να χειραγωγεί πολιτικά τους αστούς και ευγενείς Επτανήσιους οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν αποκτήσει παιδιά εκτός γάμου, ακολουθώντας τα βενετικά ήθη (Καπάδοχος [1992] 2005). Έτσι, μέχρι το 1841 που θα ψηφιστούν οι νέοι κώδικες, ο Σολωμός θα ζήσει σε κοινωνική και οικονομική ανασφάλεια, την οποία κάθε τόσο επιτείνουν προστριβές με τον ομομήτριο αδελφό του Δημήτριο και δικαστικές διαμάχες τόσο με τον μεγαλύτερο ετεροθαλή αδελφό του Ροβέρτο Σολωμό, από τον πρώτο γάμο του πατέρα του, όσο και, κυρίως, με τον μικρότερο, τον Ιωάννη Λεονταράκη, από τον δεύτερο γάμο της μητέρας του. Ο τελευταίος, γεννημένος μόλις λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Νικολάου Σολωμού, θα στηριχθεί στην ημερομηνία γέννησής του για να διεκδικήσει το όνομα, τον τίτλο και την περιουσία του κόντε Νικολάου, προκαλώντας έναν δικαστικό αγώνα που θα διαρκέσει πέντε χρόνια (1833-1838). Μολονότι η έκβαση θα δικαιώσει τον Διονύσιο και τον Δημήτριο, η υπόθεση θα κοστίσει πολύ στον ποιητή, καθώς τον έφερε σε σύγκρουση με τη μητέρα του, που πήρε το μέρος του Ιωάννη, αλλά και με αρκετούς φίλους του, που δεν κράτησαν την αναμενόμενη στάση.

Οι περιπέτειες που χρειάστηκε να ζήσει εξαιτίας της οικογενειακής του κατάστασης και της αγγλικής πολιτικής στα Επτάνησα δεν άφησαν ανεπηρέαστο το έργο του. Επανειλημμένα στις στιγμές των οικογενειακών κρίσεων ο Σολωμός στρέφεται στην ποίηση και «πολεμάει να παρηγορηθεί» με τη σάτιρα, όπως ο Διονύσιος Ιερομόναχος, η περσόνα του αφηγητή στο πεζό σατιρικό έργο της Γυναίκας της Ζάκυθος. Ακόμα όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις προσωπικής εκτόνωσης μέσω της γραφής, καταφέρνει σχεδόν πάντα να υπερβαίνει το προσωπικό του κίνητρο και να δίνει στα έργα του ευρύτερη διάσταση, που να έχει γενικότερο ενδιαφέρον. Έτσι, ενώ στο σατιρικό όνειρο «Η τρίχα» του Συνθέματος 1833-1834 ο σατιρικός στόχος είναι ο δικηγόρος του αντίδικου αδελφού του, επίσης νόθος, στο κέντρο του ποιήματος βρίσκεται ο γενικότερος προβληματισμός για τη στάση των ανθρώπων απέναντι στον Έρωτα, όπως φαίνεται από τα σχεδιάσματα του έργου στο χειρόγραφο του ποιητή (οι αστερίσκοι αντιστοιχούν σε μία μετρική συλλαβή):

Όταν μια γυναίκα παραδίνεται έτσι

* * * * * * * * * * * * * αρο

όπου τον Έρωτα ποιεί ξαδέλφι με το Χάρο

πώς διάβολο μπορείς να ξέρεις τίνος παιδί είσαι;

(Πολίτης επιμ. 1964: 337 β 33-36)

αναρωτιέται ο διαβολικός σατιριστής, που έχει στο ποίημα τη μορφή του φλάρη (καθολικού ιερέα) του βαρόμετρου ― ένα ακόμα σατιρικό προσωπείο του ποιητή. Και η σάτιρα κλείνει με στίχους αυτογνωσίας του ποιητή, από την απόσταση της αυτοειρωνείας: ο φλάρης, που έχει βαλθεί να αποτιμήσει την αξία του σατιριζόμενου δικηγόρου απέναντι στο βάρος της νοθογέννησής του, βάζοντάς τον στον ένα δίσκο της ζυγαριάς με αντίβαρο, από την άλλη μεριά, μια τρίχα της μητέρας του, καλεί τώρα «στα ζύγια» και τον ποιητή, που βλέπει το όνειρο, προκειμένου να αποτιμήσει και τη δική του αξία. Ο ποιητής ταράζεται με την πρόσκληση και ξυπνά, το όνειρο κόβεται και το ποίημα κλείνει με την αποστολή του στη γενέθλια γη όπου διεξάγεται η οικογενειακή δίκη («την κρίση του»):

Καλ' όνειρο, στη Ζάκυνθο τίναξε τα φτερά σου

και πες πως τ' άλλα ονείρατα θέλει έρθουνε κοντά σου.

Και πες, α ρωτηθείς για με: «Την κρίση του μη χάσει

τρέμει πολύ και δεν μπορεί καθόλου να γελάσει».

(Πολίτης 1955: 254)

Το Σύνθεμα του 1833-1834 (Τσαντσάνογλου 1982) ανήκει βέβαια στην περίοδο της ωριμότητας του ποιητή που συνδέεται με την οριστική εγκατάστασή του στην Κέρκυρα. Θα προηγηθεί η περίοδος της προετοιμασίας, στη Ζάκυνθο, και πριν ακόμα το ποιητικό ξεκίνημά του στην Ιταλία.

ΑΠΟ ΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ (1808-1818)

Ο Σολωμός θα μάθει τα πρώτα γράμματα στη Ζάκυνθο, παρακολουθώντας ιδιωτικά μαθήματα στο πατρικό σπίτι και μια χρονιά στο δημόσιο σχολείο (1807-1808), που είχε αρχίσει να λειτουργήσει κατά την περίοδο της Επτανήσου Πολιτείας. Το 1808, μετά τον θάνατο του πατέρα του, οι επίτροποι θα τον στείλουν για σπουδές στην Ιταλία, όπως ήταν η συνήθεια, φροντίζοντας να μην έρχεται σε επαφή με τη μητέρα του και τη νέα της οικογένεια (είχε στο μεταξύ παντρευτεί τον Εμμανουήλ Λεονταράκη). Θα τον συνοδεύσει ο Ιταλός πρόσφυγας αββάς Σάντο Ρόσι, που ήταν οικοδιδάσκαλος στη Ζάκυνθο. Η προσαρμογή του δεκάχρονου μαθητή στο Λύκειο της Αγίας Αικατερίνης στη Βενετία θα αποδειχθεί δύσκολη και ο Ρόσι θα τον πάρει κοντά του στην Κρεμόνα μέχρι την αποφοίτησή του από το Λύκειο της πόλης, το 1815. Στη συνέχεια ο Σολωμός θα γραφτεί στη Νομική Σχολή της Παβίας από όπου θα πάρει το δίπλωμά του το 1818.

Ωστόσο οι νομικές σπουδές δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρουν. Στην Ιταλία, έρχεται σε επαφή με την πλούσια ιταλική λογοτεχνική παράδοση και με το δυναμικό παρόν της ιταλικής λογοτεχνίας των αρχών του 19ου αιώνα, όπου η ποίηση, και μάλιστα η θρησκευτική (νεοκλασικιστική, νεοπλατωνική) έχει την πρωτοκαθεδρία. Στις πόλεις των σπουδών του αλλά και στο Μιλάνο παρακολουθεί «ακαδημίες» ποίησης (δηλ. δημόσιες αναγνώσεις ποιημάτων) και βραδιές ποιητικού αυτοσχεδιασμού. Συναναστρέφεται γνωστούς ποιητές και λογίους, όπως ο Vincenzo Monti, ο Giovanni Torti, ο Giuseppe Montani. Ζει τον αγώνα των Ιταλών (Λομβαρδών και Βενετών) να απελευθερωθούν από τον αυστριακό ζυγό αλλά και την ατμόσφαιρα της διαμάχης του κυρίαρχου νεοκλασικισμού με τον ανερχόμενο ρομαντισμό. Στην Ιταλία επίσης συνειδητοποιεί την ποιητική κλίση του και γράφει στα ιταλικά τα πρώτα του ποιήματα, σχεδόν όλα θρησκευτικής θεματικής.

Η αποχαιρετιστήρια επιστολή που του απευθύνει ο φίλος του Giuseppe Montani από το Lodi στις 22 Αυγούστου 1818 δίνει μια καλή εικόνα για τον εικοσάχρονο Σολωμό που επιστρέφει τώρα, μετά από δέκα χρόνια απουσίας, στο γενέθλιο νησί:

«Στο καλό, λοιπόν, αγαπημένε μου Διονύσιε, στο καλό! Το πνεύμα των θαλασσών, το πνεύμα της αγίας φιλίας και το πνεύμα της ελευθερίας ας σε συντροφεύουν! Εσύ τουλάχιστο θα ξαναδείς μια πατρίδα, που μπορεί κανείς να τη λέει πατρίδα αληθινά. όσο κι αν η ξένη προστασία είναι, πες, ένα σκέπασμα μονάχα της σκλαβιάς. Τέλος πάντων όμως οι νόμοι είναι δικοί σας, δικά σας τα όπλα, και δική σας η κυβέρνηση· έχουν αναγνωριστεί τα δικαιώματά σας, έχουν ξυπνήσει και πάλι οι αρετές. Κάθε Εφτανησιώτης μπορεί να είναι περήφανος για το όνομά του, κι έχει στην καρδιά του τη γλυκιά πεποίθηση πως μπορεί να φανεί ωφέλιμος στην πολιτεία. Η δόξα της και η ευημερία της φαίνεται πως είναι εμπιστευμένες στη νέα γενιά, και ο νέος που επιστρέφει εκεί με άδολη την ψυχή και καλλιεργημένο το πνεύμα θα νιώθει να φλογίζεται από τις πιο ευγενικές ελπίδες. Αν αφιερωθείς έστω και αποκλειστικά στην τέχνη των Μουσών, θα έχεις να εκφράσεις αληθινά και γενναία αισθήματα, να διεγείρεις υψηλά πάθη και να εισάγεις μια καθαρή ευγένεια. Ο πατριωτισμός θα σου δίνει υπέροχες εμπνεύσεις, και όσο πιο καλός ποιητής, τόσο και πιο καλός πολίτης θα μπορείς να πιστεύεις πως είσαι. […] Την τελευταία φορά που σου έγραψα, που δεν είχες φύγει ακόμη, και που εγώ ήθελα και επέμενα να βρω τρόπο να μην φύγεις, μεταχειρίστηκα μερικά επιχειρήματα πιο πολύ για να ευχαριστήσω τον εαυτό μου παρά για να σου κάμουν εσένα καλό. Τώρα η φιλία με υποχρεώνει να σε δυναμώσω στην απόφασή σου και σχεδόν να σου κρύψω τη λύπη μου. Και κατηγορούσα κιόλας τον εαυτό μου που σου είχα εκφράσει επιθυμίες, που αν τις ακολουθούσες, χώρια που μπορούσαν να σου κλείσουν ένα δοξασμένο στάδιο, θα σε έκαναν διπλά απάνθρωπο, και απέναντι στην πατρίδα σου και απέναντι στη μητέρα σου που τόσο αγαπάς […]» (Πολίτης 1991: 457)

Ο Σολωμός επιστρέφει στην πατρίδα του με την προσδοκία να ξαναδεί τη μητέρα του και την επιθυμία να γίνει ποιητής. Κάποια από τα βασικά συστατικά του ποιητικού οράματός του διαφαίνονται στις υποδείξεις του Montani: αφοσίωση στην πατρίδα και την ελευθερία, καλλιέργεια του πνεύματος, αγνότητα της ψυχής, το υψηλό, σύνδεση της ποίησης με την ηθική και την πολιτική και η πεποίθηση ότι η ποίηση μπορεί να διαπαιδαγωγήσει καλύτερους ανθρώπους, καλύτερους πολίτες Πρόκειται για έννοιες που χαρακτηρίζουν την (ιταλική) λογοτεχνία της εποχής και που θα τις ξαναβρούμε αργότερα στο ελληνόγλωσσο έργο του.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ (1818-1828): από Ιταλός, εθνικός ποιητής της Ελλάδας

Επιστρέφοντας στη Ζάκυνθο ο Σολωμός θα συνεχίσει να συνθέτει ιταλικά ποιήματα, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι επτανήσιοι λογοτέχνες. Πρόκειται είτε για επικαιρικά σονέτα ―ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το σονέτο «In morte di Ugo Foscolo» (Στο θάνατο του Ούγου Φόσκολου)― είτε για ποιήματα ψυχαγωγίας της παρέας, όπως οι περιπαικτικές σάτιρες για τον Διονύσιο Ροΐδη και τα πολυάριθμα αυτοσχέδια σονέτα που προκύπτουν καθώς παίζει με φίλους το άλλοτε διάσημο στην Ιταλία ποιητικό αγώνισμα του αυτοσχεδιασμού, δηλαδή της σύνθεσης ποιημάτων με δοσμένο θέμα, δοσμένη μορφή ή και δοσμένες ομοιοκαταληξίες και με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα. Το ζητούμενο δεν είναι ασφαλώς η πρωτοτυπία, αλλά η επιδέξια διαχείριση ενός οπλοστασίου ποιητικών εκφράσεων και ομοιοκαταληξιών που προέρχονται κυρίως από την π



This post first appeared on ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ, please read the originial post: here

Share the post

Διονύσιος Σολωμός: Ο ποιητής που ύμνησε την ελευθερία

×

Subscribe to ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Get updates delivered right to your inbox!

Thank you for your subscription

×